ετατισμός

ο
πολιτική θεωρία κατά την οποία όλες οι κοινωνικές λειτουργίες πρέπει να υπάγονται στην άμεση εποπτεία και διεύθυνση τού κράτους, ο κρατισμός.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου (πρβλ. γαλλ. etatisme < etat «κράτος»)
βλ. και κρατισμός].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ετατισμός — ο (λ. γαλλ.), θεωρία σύμφωνα με την οποία όλες οι κοινωνικές λειτουργίες πρέπει να υπαχθούν στον έλεγχο του κράτους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.